Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2009

Σαχτούρης Μίλτος, Ένα βιολί σιμά στ’ αυτί θα τους τρελάνει κι ο καπετάνιος παίζει στο βυθό με τα κοράλλια

Οι γιορτινές μέρες πυκνοκατοικημένες
γυναίκες αγκαλιάζουν πράσινα κλωνιά δεν κλαίνε…
και τα παιδιά πετάνε ψίχουλα στον ουρανό
οι γιορτινές μέρες έχουν ένα λείο πρόσωπο
ένα μικρό Χριστό στο κάθε δάκρυ της λησμονημένης
ένα πουλί αστέρινο καρφίτσα στα μαλλιά της

(Ο ΠΟΙΗΤΗΣ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει στα ΣΥΝΝΕΦΑ)
Η λησμονημένη ανοίγει το παράθυρο
ανοίγει τα μάτια της
κάτω περνούνε φορτηγά με μαυροφορεμένες
με οδηγούς μονόφθαλμους που βλαστημάνε…
οι μαυροφορεμένες θέλουν το κακό της
κι ας της πετάνε τα ματωμένα τους γαρύφαλλα
απ’ τον αναβρασμό του κήπου της ηδονής τους…
οι οδηγοί
σκίζουν το σύννεφο και τήνε κράζουν πόρνη
όμως αυτή είναι μια θλιμμένη παναγιά
με τον αγαπημένο της μέσα στα εικονίσματα
έτσι όπως τον φύλαξε ο χρόνος
με τα κεριά όλων των προδομένων
πολύ βάδισαν στο θάνατο
ανάμεσα στις μαργαρίτες και τα χαμομήλια
με βάγιες δούλους κι αστέρια του βουνού
με σπαθιά που κόβανε λαιμούς και φοινικόδενδρα…

(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική από κομμάτια γνήσιο ουρανό. Ας μη το κρύβουμε διψάμε για ΟΥΡΑΝΟ)

υστερόγραφοι μεταβατικοί στίχοι:
ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ μιας άλλης αποκριάς:

Η λησμονημένη μέσα στο βυθό του νικηφόρου ύπνου της
κρατώντας ένα μήλο στο δεξί της χέρι
τ’ άλλο χαϊδεύοντας τη θάλασσα
ξεδιπλώνει ξάφνου τα ωραία μάτια της
είναι μονάχα μια πνοή ένας βρόντος κανονιού
είναι ο ποδηλατιστής η αγαπημένη του κι η ανθοδέσμη
είναι ο βόγγος της καρδιάς καπνός των ορυχείων
το μίσος τα κορμιά που σμίγουνε με λύσσα και βυθίζονται
είναι ένα τρομερό φιλί στα σύνορα της ηδονής
που βρίσκονται σπαρμένοι μες στις παπαρούνες πέντε θάνατοι
είναι η σκιά του αγαπημένου της που πέρασε

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

Σταύρος Ζαφειρίου, Πολύ Φεγγάρι Απόψε

Πολύ φεγγάρι, σπάταλο απόψε,
ανοικονόμητο.
Καμιά γωνιά να του κρυφτείς,
να μην το βλέπεις.
Μέντορας τάχα κι οδηγός
στην ενδοσκόπησή σου.

Πολύ φεγγάρι απόψε…
Τόση υπερβολή, τόση αυταρέσκεια,
κι αμφίθυμος ερωτισμός
σε συγχυσμένους μύθους
από έναν όλο κι όλο δορυφόρο,
άγονο επιπλέον κι ετερόφωτο.

Φταίμε κι εμείς οι δίβουλοι
με τα ημίμετρά μας.

(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική ετερόπτωτων λέξεων με τα χρώματα εξαίσιου ανάλαφρου ίλιγγου ΠΟΙΗΣΗΣ)

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

Τάσος Λειβαδίτης, Ασήμαντες λέξεις ειπωμένες αδιάφορα που σε συντρίβουν για πάντα

Ανάμεσα Δευτέρα Πέμπτη
πρέπει να παράπεσαν οι πιο όμορφοι στίχοι…-
(γιατί όμως θα πρέπει να περιμένουμε πάντα
μια Δευτέρα ή την άλλη Πέμπτη
για να θυμηθούμε ότι κάπου
μπορεί να είναι κρυμμένοι
οι πιο όμορφοι στίχοι,
που στις λέξεις τους ανθίζει με χρώματα
αυτό που τώρα θέλω να σου πω…

(Συμπληγάδες libido και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής που ονειρεύονται τη χαρά στον άλλο δρόμο)
Ένα περίεργο επεισόδιο διαβάσαμε τελευταία στις εφημερίδες-
ένας άνδρας πήγε σ’ ένα απ’ αυτά τα «σπίτια»,
πήρε μια γυναίκα,
μα μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο,
αντί να γδυθεί και να επαναλάβει την αιώνια κίνηση,
γονάτισε μπροστά της, λέει,
και της ζητούσε να τον αφήσει
να κλάψει στα πόδια της.
Εκείνη βάζει τις φωνές,
«εδώ έρχονται για άλλα πράματα»,
οι άλλοι απ’ έξω
δοσ’ του χτυπήματα στην πόρτα.
Με τα πολλά
άνοιξαν και τον διώξανε με τις κλωτσιές –
ακούς εκεί διαστροφή
να θέλει, λέει, να κλάψει μπρος σε μια γυναίκα.
Εκείνος έστριψε τη γωνιά
και χάθηκε καταντροπιασμένος.
Κανείς δεν τον ξανάδε πια.

Και μόνο εκείνη η γυναίκα,
θα ’ρθει η αναπότρεπτη ώρα,
μια νύχτα που θα νοιώσει με πόνο ξαφνικά,
πως στέρησε τον εαυτό της
απ’ την πιο βαθιά, την πιο μεγάλη ερωτική πράξη
μην αφήνοντας έναν άνδρα να κλάψει στα πόδια της.

(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική ετερόπτωτων λέξεων με τα χρώματα αυτού που τώρα θέλω να σου πω )

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

Οδυσσέας Ελύτης, Το μονοπάτι αγάπησε το λόφο κι αυτός πια ξέρει καλά το μυστικό

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Στο σημάδι ετούτο που παλεύει
Πάντα κοντά στη θάλασσα
Νιάτα στα βράχια επάνω, στήθος
Με στήθος προς τον άνεμο
Πού να πηγαίνει ένας άνθρωπος
Που δεν είναι άλλο από άνθρωπος
Λογαριάζοντας με τις δροσιές τις πράσινες
Στιγμές του, με νερά τα οράματα
Της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του
Α Ζωή
Παιδιού που γίνεται άνδρας
Πάντα κοντά στη θάλασσα όταν ο ήλιος
Τον μαθαίνει ν’ ανασαίνει κατά κει που σβήνεται
Η σκιά ενός γλάρου

(ΣΚΛΗΡΗ ρέμβη ονείρων μες στο γδυτό νερό της Ποίησης των Προσανατολισμών του Ελύτη)
Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Άσπρο μέτρημα μελανό άθροισμα
Λίγα δένδρα και λίγα
Βρεμένα χαλίκια
Δάχτυλα ελαφρά για να χαϊδέψουν ένα μέτωπο
Ποιο μέτωπο
Κλάψαν όλη τη νύχτα οι προσδοκίες και δεν είναι πια
Κανείς δεν είναι
Ν’ ακουστεί ένα βήμα ελεύθερο
Ν’ ανατείλει μια φωνή ξεκούραστη
Στο μουράγιο οι πρύμνες να παφλάσουν γράφοντας
Όνομα πιο γλαυκό μες στον ορίζοντά τους
Λίγα χρόνια λίγα κύματα
Κωπηλασία ευαίσθητη
Στους όρμους γύρω απ’ την αγάπη

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Χαρακιά πικρή στην άμμο που θα σβήσει
(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική ετερόπτωτων λέξεων στο στήθος των βαθιών ονείρων μας)

υστερόγραφοι μεταβατικοί στίχοι:
ΔΕΚΑΤΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά που γυμνώνει την επιθυμία ως το κόκαλο:


Όποιος είδε δυο μάτια ν’ αγγίζουν τη σιωπή του
Κι έσμιξε τη λιακάδα τους κλείνοντας χίλιους κόσμους
Ας θυμίσει το αίμα του στους άλλους ήλιους
Πιο κοντά στο φως
Υπάρχει ένα χαμόγελο που πληρώνει τη φλόγα-
Μα εδώ στο ανήξερο τοπίο που χάνεται
Σε μια θάλασσα ανοιχτή κι ανέλεη
Μαδά η επιτυχία
Στρόβιλοι φτερών
Και στιγμών που δέθηκαν στο χώμα
Χώμα σκληρό κάτω απ’ τα ανυπόμονα
Πέλματα, χώμα καμωμένο για ίλιγγο
Ηφαίστειο νεκρό.

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

Κική Δημουλά, Πάει καιρός που σκέπασα τη φωτογραφία του μ’ ένα σούρουπο

Σ’ ένα υπόγειο καφενείο,
που αφάνεια συμπαθητική προσέφερε,
ώρες μεσημεριάτικες
συντονιστήκαμε.
Σε λίγο
το έντονο του έρωτα φορέσαμε,
που όπως φαίνεται
μας πήγαινε πολύ

(ΣΠΑΣΜΕΝΕΣ αρτιότητες του μέσα βίου ΕΞΩ)
Τον θυμάμαι ακόμα.
Παράξενο πολύ,
γιατί όσο ένα ανοιξιάτικο σύννεφο έμεινε,
όσο χρειάζεται για να ειπωθεί ένα αντίο.
Υπέροχο μνημείο.
Διάχυτος σαν μυρωδιά,
απροσδιόριστος σαν το άπειρο,
βλέμμα σάμπως σ’ ατέλειωτη νύχτα.
Μπροστά μας ένα σταχτοδοχείο
όπου τινάζαμε μια τεφρωμένη ολοκλήρωση.
Το ρολόγι του σχεδίαζε με το χρόνο
κάποιο ξεκίνημα πικρό.
Και τότε εγώ
σήκωσα το ποτήρι
και πίναμε μαζί κάποιο σαλπάρισμα
ανάκατο με μια σιγή.

Στο χωρισμό μήτε αντίο
μήτε φιλί.

(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική ετερόπτωτων λέξεων που φταίνε για πράγματα που αρχίζουν να ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ στο ΛΙΓΟ του ΚΟΣΜΟΥ Κικής Δημουλά)

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009

Σαχτούρης Μίλτος, Στο στήθος μου φύτρωσαν κοπάδια μαργαρίτες

Του ρόδινου νήπιου η μαύρη μάνα
όλη τη νύχτα με τα δένδρα με τα σύννεφα αγαπιόταν

Τ’ άλλο πρωί
νέα πουλιά ραμφίζαν ηλιαχτίδες
γεμίσανε σπυριά τα πρόσωπα στ’ αγάλματα
γύρω τους στήσανε χορό κοπέλες οργισμένες
και τραγουδήσαν με μάτια κουρασμένα άλλους ουρανούς

(Ο ΠΟΙΗΤΗΣ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει στα ΣΥΝΝΕΦΑ)
Τρεις εραστές
διαβαίνουν απ’ τα χέρια πιασμένοι…
Ο πρώτος
κρέμασε σ’ ένα δένδρο την αγάπη του
τα μεσάνυχτα προσεύχεται κάτω απ’ το δένδρο
να κατέβει η αγάπη πιασμένη απ’ τα φύλλα
να κοπάσει η πλημμύρα των φύλλων που λιώνουν
τα δάκρυά του στο χώμα τα πίνει ένας σκύλος
η αγάπη στα κλαδιά τον πετροβολάει
το δένδρο ουρλιάζει ο αγέρας ο σκύλος

Ο Δεύτερος
Χάρισε την αγάπη του σ’ ένα τρελό βιολιστή
ο τρελός την επήρε τραγούδι
βρέχει ο ουρανός λουλούδια νομίσματα
αντηχούνε οι δρόμοι το ολέθριο βιολί
της αγάπης το τραγούδι το ’χουν μάθει τώρα όλοι
με χείλια σμιχτά μελανά το σφυρίζουν
μόνο αυτός δεν το ξέρει….

(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική από κομμάτια γνήσιο ουρανό. Ας μη το κρύβουμε διψάμε για ΟΥΡΑΝΟ)

υστερόγραφοι μεταβατικοί στίχοι:
ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ μιας άλλης αποκριάς:
Ο Τρίτος εραστής

Έκανε την αγάπη του καράβι
την κατευόδωσε στις τρεις θάλασσες
τώρα έγινε πάλι παιδί
σιάχνει πύργους με άμμο
και μαζεύει χαλίκια κοχύλια
και προσμένει να γυρίσει ξανά
το καράβι η αγάπη

Στην καρδιά τους έχουν κι οι τρεις χαράξει ένα δένδρο
ένα βιολί σιμά στ’ αυτί θα τους τρελάνει
κι ο καπετάνιος παίζει στο βυθό με τα κοράλλια

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

Οδυσσέας Ελύτης, Η επιθυμία έχει μια πολύ ψηλή κορμοστασιά και στις παλάμες της καίει η απουσία

Ένα ζαρκάδι τρέχει την κορυφογραμμή.
Κι εσύ δεν ξέρεις τίποτε
γι’ αυτό είναι τόσο καθαρό το διάστημα
Κι αν μάθεις ποτέ
η βροχή που θα σε κατακλύσει
λυπητερή θα είναι.

(ΣΚΛΗΡΗ ρέμβη ονείρων μες στο γδυτό νερό της Ποίησης των Προσανατολισμών του Ελύτη)
Έλα λοιπόν αλαργινή εξαφάνιση!
Τίποτε άλλο δεν ποθούν περισσότερο
οι αγκαλιές των κήπων.
Στην αφή της παλάμης σου
θ’ αναγαλλιάσουν οι καρποί
που τώρα μετεωρίζονται άσκοποι.
Στο διάφανο στήριγμα
της κορμοστασιάς σου
δένδρα θα βρουν τη μακροχρόνια εκπλήρωση
των ψιθυρισμένων τους απομονώσεων.
Στην πρώτη σου ξεγνοιασιά
θ’ αυξήσουν τα χορτάρια σαν ελπίδες.
Η παρουσία σου
θα δροσίσει τη δροσιά.
(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική ετερόπτωτων λέξεων στο στήθος των βαθιών ονείρων μας)

υστερόγραφοι μεταβατικοί στίχοι:
ΔΕΚΑΤΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά που γυμνώνει την επιθυμία ως το κόκαλο:


Πίσω από το λόφο υπάρχει το μονοπάτι
που χάραξε η φρέσκια περπατηξιά
της διάφανης εκείνης κόρης.
Είχε φύγει μέσ’ απ’ το πρωί των ματιών μου,
είχε κρυφτεί πίσω απ’ τον ίσκιο της επιθυμίας μου-
κι όταν μια θέληση πήγε να την κάνει δική της
αυτή χάθηκε φυσημένη από στοργικούς ανέμους…
Το μονοπάτι αγάπησε το λόφο
κι αυτός πια ξέρει καλά το μυστικό.

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Κική Δημουλά, Καταιγίδα τώρα πέφτει πάνω μας το απραγματοποίητο

ένα κομμάτι άνεμος που έπεσε στο δρόμο
κάθισε κι έπαιξε
στα σύρματα του ηλεκτρικού
μια μελωδία σιγανή
αφιερωμένη στη διάθεσή μου.
Αυτή για μια στιγμή μονάχα
ανασηκώθηκε και κοίταξε
ύστερα αμετάπειστη κι αδιάφορη
ξαναβυθίστηκε εντός μου

(ΣΠΑΣΜΕΝΕΣ αρτιότητες του μέσα βίου ΕΞΩ)
Σε δέκα στίχους απορρόφησα τα χρόνια εκείνα
που στο χαμό τους προσκρούει
το συντριμμένο της ζωής μου υπόλοιπο

Ο πρώτος στίχος
ντυμένος τη λιβρέα του ιδανικού,
δεξιώνεται την έξαρση
στηριγμένη στο μπράτσο της νεότητάς μου.
Στίχος εύρωστος κι ωραίος.
Τι κρίμα να μην είναι ο τελευταίος.

Ο δεύτερος, δεν ξέρω πως,
μου έμεινε μισός
κι αυτός λοξά γραμμένος
σάμπως μετανιωμένος.

Ο τρίτος πήγε μοναχός του και γράφτηκε
εκεί στη στέπα της φυγής σου.

Στης νοσταλγίας σου τη χλόη
τον επόμενο ενταφίασα.

Στων τρυφερών επιστολών σου την ψευδαίσθηση
ο άλλος εστεγάστηκε.

Ο έκτος και ο έβδομος
σκαρφαλωμένοι στο στυλό της αδημονίας
αγνάντευαν.

Δυο μαζί σχεδόν πνιγμένους τους ανέσυρα
απ’ την παλίρροια της προσφοράς σου.

Κι ο τελευταίος,
τόσο μα τόσο απόκρημνος είναι,
που απ’ την κορφή του,
αγκαλιασμένη με τον ίλιγγο του ματαίου,
γκρεμίζεται η συνέχεια

(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική ετερόπτωτων λέξεων που φταίνε για πράγματα που αρχίζουν να ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ στο ΛΙΓΟ του ΚΟΣΜΟΥ Κικής Δημουλά)

υστερόγραφοι μεταβατικοί στίχοι:
ΧΛΟΗΣ ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΟΥ λέξεων ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ….
ερήμην Κικής ΔΗΜΟΥΛΑ (Χαίρε Ποτέ ΕΦΗΒΕΙΑ της λήθης):

Πάει τόσο καιρός
που είχα μεταλάβει το χαμό του
σε ποτήρι επιχρυσωμένο με φθινόπωρο,
που σκέπασα τη φωτογραφία του μ’ ένα σούρουπο,
κι έβαλα σύρτη στα τραγούδια μου.
Τόσος καιρός που ξεχαστήκαμε

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2009

Σαχτούρης Μίλτος, Νέες γυναίκες γδύθηκαν, αρχίζει το ταξίδι της χαράς

Κι όμως δεν υπάρχει ούτε ένα γλύκισμα της προκοπής
υπάρχουν όμως άπειρες γυναίκες
μόνο που κρέμασαν στον ώμο τους ένα γκρίζο σύννεφο
που όσο πάει και μαυρίζει
κι ο κόσμος ξέχασε τ’ αδιάβροχα και τις ομπρέλες του
το σύννεφο σηκώνει το μαύρο δάχτυλό του…

(Ο ΠΟΙΗΤΗΣ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει στα ΣΥΝΝΕΦΑ)
Δεν είμαστε γλυκές για σας
ταπεινοί,
φωνάζουν οι γλυκές γυναίκες
πού θα κρυφτείτε πλανόδιοι πουλητές
μασώντας στο στόμα σας μαστίχα
ή μια βλαστήμια
όλοι κοιτάζουν έκπληκτοι
στους δρόμους των τοίχων κρεμασμένους
πίνακες ζωγραφικής
χρώματα χτυπητά κόκκινο και πράσινο
κι η βροχή αργεί να ’ρθει
κι η χαρά αργεί να ’ρθει
όλοι κρατιούνται από τα χέρια με γλυκές ματιές
όμως το ξέρουν πως έπεσε κιόλας

ο πρώτος Κεραυνός(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική από κομμάτια γνήσιο ουρανό. Ας μη το κρύβουμε διψάμε για ΟΥΡΑΝΟ)

υστερόγραφοι μεταβατικοί στίχοι:
ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ μιας άλλης αποκριάς:

Μία-μία ανοίγουν τα φτερά
οι σκυθρωπές μορφές
ενός χαμένου κόσμου

Στο στήθος μου φυτρώσαν κοπάδια μαργαρίτες
αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ.

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009

Οδυσσέας Ελύτης, Η μέση των συλλογισμών μου θα ευφράνει την καμπύλη τους διάθεση

Ένας ώμος ολόγυμνος
Σαν αλήθεια
Πληρώνει την ακρίβεια του
Στην άκρια τούτη της βραδιάς
Που φέγγει ολομόναχη
Κάτω απ’ τη μυστικιά ημισέληνο
Της Νοσταλγίας μου

(ΣΚΛΗΡΗ ρέμβη ονείρων μες στο γδυτό νερό της Ποίησης των Προσανατολισμών του Ελύτη)
Την αφρούρητη
νυχτιά πήρανε θύμησες
Μαβιές
Κόκκινες
Κίτρινες

Τ’ ανοιχτά μπράτσα της γεμίσανε ύπνο
Τα ξεκούραστα μαλλιά της άνεμο
Τα μάτια της σιωπή
(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική ετερόπτωτων λέξεων στο στήθος των βαθιών ονείρων μας)

υστερόγραφοι μεταβατικοί στίχοι:
ΔΕΚΑΤΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά που γυμνώνει την επιθυμία ως το κόκαλο:

Ένα ποδοβολητό τελειώνει στην άκρη της ακοής.
Μια σουρωμένη καταιγίδα χιμάει μες στο νεανικό στήθος
που σπαταλάει την ανεξήγητη φεγγοβολή του.
Η επιθυμία έχει μια πολύ ψηλή κορμοστασιά
και στις παλάμες της καίει η απουσία.
Η επιθυμία γεννάει το δρόμο της
όπου θέλει να περπατήσει. Φεύγει…
Κι ένα λαός από χέρια
προς εκείνη ανάβει θαυμασμού παρανάλωμα.