Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελύτης Οδυσσέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελύτης Οδυσσέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Απριλίου 2009

Οδυσσέας Ελύτης, Μα εμείς σήμερα θα καλπάσουμε προς τις κρυψώνες του ήλιου

Καλημέρα ποταμάκι μου, είμαι μονάχος
είμαστε και οι δυο μονάχοι μας
Τα κρύσταλλα ευωδιάσανε,
τώρα μας λείπει μόνο ένα καράβι
Ένα μαντίλι μόνο για να διαγνώσουμε το τέλος
Γιατί τόσους φακέλους έλαβα γεμάτους σύννεφα και θύελλες
Που διψώ ένα στόμα να μου πει: ουρανός
και να πλεύσουμε μαζί στο δέλτα των ελπίδων

(ΣΚΛΗΡΗ ρέμβη ονείρων μες στο γδυτό νερό της Ποίησης των Προσανατολισμών του Ελύτη)
Ω ποταμάκι ποταμάκι,
καλημέρα του ήλιου απάνθισμα της εξοχής
Κατά πού θαυμάζεται ο άνεμος
πες μου κατά πού ξεχύνονται οι κελαϊδισμοί
Ποια όχθη αρέσουν, σήμερα είμαι νέος
Είμαι καλός ως τις πηγές του γέλιου μου,
εκτοξεύω χίμαιρες
Ριπίδια δυσανάγνωστα, τεφτέρια κάτασπρα καμωμένα μ’ αγγέλους
Κι από κάθε αδιαφορία σέρνεται μια ξεσχισμένη ευχή…

… σήμερα είμαι νέος, αυτό μου αρκεί
Αυτό μου δίνει το αίμα μου πιο κόκκινο
ένα γράψιμο κόκκινο
Θα ’ρθουν πολλές γυναίκες να το μοιραστούν ώσπου να γίνουν διάφανες
Θα ’ρθουν πολλές ματαιότητες για να τις μοιραστούνε
Η εύθυμη φασαρία μοιάζει ατέλειωτη, σπίθες αγγίζουν τα μετέωρα μέτωπα
Σώμα ζωντανό, ύπαρξη, άνθρωπος.
(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική ετερόπτωτων λέξεων στο στήθος των βαθιών ΟΝΕΙΡΩΝ μας)

υστερόγραφοι μεταβατικοί στίχοι:
ΔΕΚΑΤΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά που γυμνώνει την επιθυμία ως το κόκαλο:

Κι όμως πρέπει να βρει ένα νόμισμα η ζωή

Αφού δεν είναι ο έρωτας, αφού δεν είναι ο έρωτας
Ο έρωτας ποιος είναι –
η ζωή μετριέται με σφυγμούς
η χαρά με απέλπιδες χειρονομίες
Μύλοι επάνω στις κορφές άσπρισαν τα ταξίδια τους
Η ζωή μετριέται με παλμούς, πάλλεται η λυμένη ζώνη της εσπέρας
Φεγγίζουν γοητείες στα μάκρη, μια βαρκούλα χάνεται ευχαριστημένηΚανένα κύμα δεν κρατάει στο στήθος του κακία

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

Αυτό που θέλω να σου πω το πιο όμορφο από όλα δεν στο έχω πει ακόμα.

Παγκόσμια μέρα Ποίησης είναι κάθε μέρα,
γιατί οι όμορφες στιγμές που συμβαίνουν μέσα μας
θα καταφέρνουν πάντοτε ν’ ανοίγουν την καρδιά
και να δίνουν διάρκεια στο τικ-τακ της το μοναδικό!

(με κλικ στην εικόνα όσοι πιστοί και λευκοφόροι προσέλθετε, αν είναι ορισμός σας η Ποίηση)

Βαδίζεις σε μιαν έρημο
Ακούς ένα πουλί να κελαηδάει.
Όσο κι αν είναι απίθανο
να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο,
ωστόσο είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δένδρο.
ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ!
(Κική Δημουλά)


Αυτό είναι στο βάθος βάθος η Ποίηση…
«η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις
προς σ’ αυτό που σε υπερβαίνει…
Επειδή χωρίς αμφιβολία υπάρχει για το καθένα από μας
κι από μία ξεχωριστή, αναντικατάστατη αίσθηση
που αν δεν την βρει να την απομονώσει εγκαίρως
και να συζήσει αργότερα μαζί της,
έτσι που να την γεμίσει πράξεις ορατές, πάει χαμένος.
Ό,τι μπόρεσα ν' αποχτήσω μια ζωή από πράξεις ορατές για όλους,
επομένως να κερδίσω την ίδια τη διαφάνεια,
το χρωστώ σ' ένα είδος ειδικού θάρρους που μου 'δωκεν η ποίηση:
ΝΑ ΓΙΝΟΜΑΙ ΑΝΕΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΡΤΑΕΤΟ ΚΑΙ ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ,
ακόμα και όταν ουρανός δεν υπάρχει.
Δεν παίζω με τα λόγια.
Μιλώ για την κίνηση που ανακαλύπτει κανείς
να σημειώνεται μέσα στη ΣΤΙΓΜΗ
όταν καταφέρνει να την ανοίξει και να της δώσει διάρκεια».
(Οδυσσέας Ελύτης)

Σάββατο 7 Μαρτίου 2009

Οδυσσέας Ελύτης, Όποιος είδε δυο μάτια ν’ αγγίζουν τη σιωπή του έσμιξε στη λιακάδα τους χίλιους κόσμους

Μια προσευχή μεταμορφώνει τα ύψη της
Αλλάζει κοίτη ο χρόνος
Και γυμνούς από έγνοια επίγεια
Σ’ άλλα νοήματα μας οδηγεί

Πού είναι ο σφυγμός του εδάφους
Το αίμα στη μνήμη των προσώπων μας
Ο αυτούσιος πηγαιμός;

(ΣΚΛΗΡΗ ρέμβη ονείρων μες στο γδυτό νερό της Ποίησης των Προσανατολισμών του Ελύτη)
Ένα κορίτσι, δυο κορίτσια, γέρνουν στα γιασεμιά τους κι αφανίζονται
Μένει ένα ρυάκι να τα εξιστορήσει μα έσκυψαν να πιουν εκεί ακριβώς οι νύχτες
Μεγάλα περιστέρια και μεγάλα αισθήματα καλύπτουν τη σιγή τους
Φαίνεται πως το τέτοιο πάθος τους είναι ανεπανόρθωτο
Και κανείς δεν ξέρει αν έρθει ο πόνος να γδυθεί μαζί τους
Σπανίζουνε οι παγίδες, άστρα γνέφουνε στους εραστές τα μάγια τους
Όλα σκιρτούνε, συσπειρώνονται – ήρθε φαίνεται πια η αθανασία
Που ζητάνε τα χέρια σφίγγοντας τη μοίρα τους που άλλαξε σώμα κι έγινε άνεμος
Δυνατός – η αθανασία φαίνεται ήρθε
(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική ετερόπτωτων λέξεων στο στήθος των βαθιών ΟΝΕΙΡΩΝ μας)

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009

Οδυσσέας Ελύτης, Το μονοπάτι αγάπησε το λόφο κι αυτός πια ξέρει καλά το μυστικό

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Στο σημάδι ετούτο που παλεύει
Πάντα κοντά στη θάλασσα
Νιάτα στα βράχια επάνω, στήθος
Με στήθος προς τον άνεμο
Πού να πηγαίνει ένας άνθρωπος
Που δεν είναι άλλο από άνθρωπος
Λογαριάζοντας με τις δροσιές τις πράσινες
Στιγμές του, με νερά τα οράματα
Της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του
Α Ζωή
Παιδιού που γίνεται άνδρας
Πάντα κοντά στη θάλασσα όταν ο ήλιος
Τον μαθαίνει ν’ ανασαίνει κατά κει που σβήνεται
Η σκιά ενός γλάρου

(ΣΚΛΗΡΗ ρέμβη ονείρων μες στο γδυτό νερό της Ποίησης των Προσανατολισμών του Ελύτη)
Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Άσπρο μέτρημα μελανό άθροισμα
Λίγα δένδρα και λίγα
Βρεμένα χαλίκια
Δάχτυλα ελαφρά για να χαϊδέψουν ένα μέτωπο
Ποιο μέτωπο
Κλάψαν όλη τη νύχτα οι προσδοκίες και δεν είναι πια
Κανείς δεν είναι
Ν’ ακουστεί ένα βήμα ελεύθερο
Ν’ ανατείλει μια φωνή ξεκούραστη
Στο μουράγιο οι πρύμνες να παφλάσουν γράφοντας
Όνομα πιο γλαυκό μες στον ορίζοντά τους
Λίγα χρόνια λίγα κύματα
Κωπηλασία ευαίσθητη
Στους όρμους γύρω απ’ την αγάπη

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Χαρακιά πικρή στην άμμο που θα σβήσει
(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική ετερόπτωτων λέξεων στο στήθος των βαθιών ονείρων μας)

υστερόγραφοι μεταβατικοί στίχοι:
ΔΕΚΑΤΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά που γυμνώνει την επιθυμία ως το κόκαλο:


Όποιος είδε δυο μάτια ν’ αγγίζουν τη σιωπή του
Κι έσμιξε τη λιακάδα τους κλείνοντας χίλιους κόσμους
Ας θυμίσει το αίμα του στους άλλους ήλιους
Πιο κοντά στο φως
Υπάρχει ένα χαμόγελο που πληρώνει τη φλόγα-
Μα εδώ στο ανήξερο τοπίο που χάνεται
Σε μια θάλασσα ανοιχτή κι ανέλεη
Μαδά η επιτυχία
Στρόβιλοι φτερών
Και στιγμών που δέθηκαν στο χώμα
Χώμα σκληρό κάτω απ’ τα ανυπόμονα
Πέλματα, χώμα καμωμένο για ίλιγγο
Ηφαίστειο νεκρό.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009

Οδυσσέας Ελύτης, Η επιθυμία έχει μια πολύ ψηλή κορμοστασιά και στις παλάμες της καίει η απουσία

Ένα ζαρκάδι τρέχει την κορυφογραμμή.
Κι εσύ δεν ξέρεις τίποτε
γι’ αυτό είναι τόσο καθαρό το διάστημα
Κι αν μάθεις ποτέ
η βροχή που θα σε κατακλύσει
λυπητερή θα είναι.

(ΣΚΛΗΡΗ ρέμβη ονείρων μες στο γδυτό νερό της Ποίησης των Προσανατολισμών του Ελύτη)
Έλα λοιπόν αλαργινή εξαφάνιση!
Τίποτε άλλο δεν ποθούν περισσότερο
οι αγκαλιές των κήπων.
Στην αφή της παλάμης σου
θ’ αναγαλλιάσουν οι καρποί
που τώρα μετεωρίζονται άσκοποι.
Στο διάφανο στήριγμα
της κορμοστασιάς σου
δένδρα θα βρουν τη μακροχρόνια εκπλήρωση
των ψιθυρισμένων τους απομονώσεων.
Στην πρώτη σου ξεγνοιασιά
θ’ αυξήσουν τα χορτάρια σαν ελπίδες.
Η παρουσία σου
θα δροσίσει τη δροσιά.
(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική ετερόπτωτων λέξεων στο στήθος των βαθιών ονείρων μας)

υστερόγραφοι μεταβατικοί στίχοι:
ΔΕΚΑΤΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά που γυμνώνει την επιθυμία ως το κόκαλο:


Πίσω από το λόφο υπάρχει το μονοπάτι
που χάραξε η φρέσκια περπατηξιά
της διάφανης εκείνης κόρης.
Είχε φύγει μέσ’ απ’ το πρωί των ματιών μου,
είχε κρυφτεί πίσω απ’ τον ίσκιο της επιθυμίας μου-
κι όταν μια θέληση πήγε να την κάνει δική της
αυτή χάθηκε φυσημένη από στοργικούς ανέμους…
Το μονοπάτι αγάπησε το λόφο
κι αυτός πια ξέρει καλά το μυστικό.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009

Οδυσσέας Ελύτης, Η μέση των συλλογισμών μου θα ευφράνει την καμπύλη τους διάθεση

Ένας ώμος ολόγυμνος
Σαν αλήθεια
Πληρώνει την ακρίβεια του
Στην άκρια τούτη της βραδιάς
Που φέγγει ολομόναχη
Κάτω απ’ τη μυστικιά ημισέληνο
Της Νοσταλγίας μου

(ΣΚΛΗΡΗ ρέμβη ονείρων μες στο γδυτό νερό της Ποίησης των Προσανατολισμών του Ελύτη)
Την αφρούρητη
νυχτιά πήρανε θύμησες
Μαβιές
Κόκκινες
Κίτρινες

Τ’ ανοιχτά μπράτσα της γεμίσανε ύπνο
Τα ξεκούραστα μαλλιά της άνεμο
Τα μάτια της σιωπή
(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική ετερόπτωτων λέξεων στο στήθος των βαθιών ονείρων μας)

υστερόγραφοι μεταβατικοί στίχοι:
ΔΕΚΑΤΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά που γυμνώνει την επιθυμία ως το κόκαλο:

Ένα ποδοβολητό τελειώνει στην άκρη της ακοής.
Μια σουρωμένη καταιγίδα χιμάει μες στο νεανικό στήθος
που σπαταλάει την ανεξήγητη φεγγοβολή του.
Η επιθυμία έχει μια πολύ ψηλή κορμοστασιά
και στις παλάμες της καίει η απουσία.
Η επιθυμία γεννάει το δρόμο της
όπου θέλει να περπατήσει. Φεύγει…
Κι ένα λαός από χέρια
προς εκείνη ανάβει θαυμασμού παρανάλωμα.

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2009

Οδυσσέας Ελύτης, Έλα να δώσουμε στη λειτουργία των δυσκολότερων ονείρων μια σίγουρη παλινόρθωση

Έλα λοιπόν αλαργινή εξαφάνιση
Τίποτε άλλο δεν ποθούν περισσότερο
οι αγκαλιές των κήπων.
Στην αφή της παλάμης σου
θ’ αναγαλλιάσουν οι καρποί
που τώρα μετεωρίζονται άσκοποι.
Στο διάφανο στήριγμα της κορμοστασιάς σου
τα δένδρα θα βρουν
τη μακροχρόνια εκπλήρωση
των ψιθυρισμένων τους απομονώσεων.
Στην πρώτη σου ξεγνοιασιά
θ’ αυξήσουν τα χορτάρια σαν ελπίδες.
Η παρουσία σου θα δροσίσει τη δροσιά.

(ΣΚΛΗΡΗ ρέμβη ονείρων μες στο γδυτό νερό της Ποίησης των Προσανατολισμών του Ελύτη)
Πίσω από το λόφο υπάρχει το μονοπάτι
που χάραξε η φρέσκια περπατηξιά
της διάφανης εκείνης κόρης.
Είχε φύγει
μέσα απ’ το πρωί των ματιών μου
(καθώς τα βλέφαρα είχανε κάνει το χατήρι του ήλιου τους)
είχε κρυφτεί πίσω απ’ τον ίσκιο της επιθυμίας μου-
κι όταν μια θέληση πήγε να την κάνει δική της
αυτή χάθηκε φυσημένη από στοργικούς ανέμους
που η προστασία τους ήταν φωτεινή.
Το μονοπάτι αγάπησε το λόφο
κι αυτός πια ξέρει καλά το μυστικό.
(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική ετερόπτωτων λέξεων στο στήθος των βαθιών ονείρων μας)

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009

Οδυσσέας Ελύτης, Ηρωίδες Ιάμβου ελεύθερων Προσανατολισμών: Η Μαρίνα των βράχων Πορτοκαλένια Τρελή Ροδιά

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού…
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χθες και αύριο
Σήκω μικρή μικρή Πορτοκαλένια!
Όπως σε ξέρει το φιλί κανένας δεν σε ξέρει
Μήτε σε ξέρει ο γελαστός Θεός
Που με το χέρι του στη φλογερή αντηλιά
Γυμνή σε δείχνει στους τριανταδυό του ανέμους!

(ΣΚΛΗΡΗ ρέμβη ονείρων μες στο γδυτό νερό της Ποίησης των Προσανατολισμών του Ελύτη)
Η ΜΑΡΙΝΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ ριγώνοντας μ’ αφρό τη θύμηση:
Δεν είναι να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι
Για ν’ αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο

Η ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΝΙΑ που μέθυσε ο χυμός του ήλιου
Έτσι καθώς γλαυκόλαμψαν οι εφτά ουρανοί
Έτσι καθώς αγγίξαν μια φωτιά τα κρύσταλλα
Έτσι καθώς ασράψανε χελιδονοουρές
Σάστισαν πάνω οι άγγελοι και κάτω οι κοπελιές
Σάστισαν πάνω οι πελαργοί και κάτω τα παγόνια
Κι όλα μαζί συνάχθηκαν κι όλα μαζί την είδαν
Κι όλα μαζί τη φώναξαν: Πορτοκαλένια!

Η ΤΡΕΛΗ ΡΟΔΙΑ που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου
Πέστε μου, είναι η Τρελή Ροδιά που χαιρετάει στα μάκρη
Τινάζοντας ένα μαντίλι φύλλων από δροσερή φωτιά
Μια θάλασσα ετοιμόγεννη με χίλια δυο καράβια
Με κύματα που χίλιες δυο φορές κινάν και πάνε
Σ’ αμύριστες ακρογιαλιές, πέστε μου είναι η Τρελή Ροδιά
Που τρίζει τ’άρμενα ψηλά στο διάφανον αιθέρα;

(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική ετερόπτωτων λέξεων στο στήθος των βαθιών

ονείρων μας)

Υστερόγραφο ΔΕΚΑΤΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά που γυμνώνει την επιθυμία ως το κόκαλο:

Θα μπω απ’ την πόρτα που ένα φύλλο σκέτο υπερασπίζεται
Θα μιμηθώ του εφήβου αλόγου τη βραχνάδα
Θα δοκιμάσω τον σπασμό που σ’ ανεβάζει ως τα άστρα