Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

Κική Δημουλά, Αερικό 2009

Ποτέ να μην σου μάθει το όνειρο τι δεν πραγματοποιείται



Πολύ μου μοιάζει!
Το συνάντησα κάτω από το ίδιο υπόστεγο μελαγχολίας

Η υποθετική με τράβηξε
ευρυχωρία!

Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

Σαχτούρης Μίλτος, Ο εφιάλτης που το όνομά του ήταν Ακτή και Κυριακή

Τ’ όνομά της ήταν Ακτή και Κυριακή.
Είχε μαύρα μάτια μαύρα μαλλιά
μαύρα φορέματα μαύρα μεσοφόρια
κι ένα άλογο κατάμαυρο
Όμως τη ’λέγαν Ακτή και Κυριακή

(Ο ΠΟΙΗΤΗΣ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει στα ΣΥΝΝΕΦΑ)
Το σπίτι της ήταν σ’ ένα νησί
κι ήταν γεμάτο πιστόλια πορφύρες σημαίες άστρα
στα δίχτυα πολυβόλα σκάφανδρα αγκίστρια
κιβώτια με όνειρα,
κιβώτια με σφαίρες
νησιώτικες φορεσιές
λάμπες με γυαλιά χρωματιστά
μαντίλια χρωματιστά
κι ένα παλιό σκουριασμένο κανόνι.
Σα βράδιαζε στο παράθυρο άναβε ένα φανάρι.
Άναβε – έσβηνε άναβε – έσβηνε
κι αμέσως μια έρημη βάρκα άραζε
πλάι στη σιδερένια πόρτα του σπιτιού
κι ένας-ένας πέντε άνδρες γλιστρούσαν μέσα στο σπίτι.
Σε λίγο από ένα κρυφό πορτόνι σκεπασμένο από τ’ αθάνατα
ο Πρώτος άνδρας έβγαινε νεκρός.
Ο Δεύτερος με το πρόσωπο γεμάτο αίματα κρατώντας ένα πεντάμορφο βρέφος σφιχτά στην αγκαλιά του.
Ο Τρίτος κι αυτός γεμάτος αίματα κρατώντας ένα αυτόματο σφιχτά στην αγκαλιά του.
Ο Τέταρτος σερνάμενος
τυλιγμένος από την κορφή ως τα νύχια
σ’ ένα βαρύ πράσινο ύφασμα.
Ο Πέμπτος κι αυτός νεκρός.
Όμως η πιο εξαίσια νεκρή
ήταν η κοπέλα μέσα στο κάτασπρο φόρεμα
κατάχαμα ξαπλωμένη στη μέση του δωματίου
πλάι στο σκοτωμένο μαύρο άλογό της
πλημμυρισμένη κι αυτή στο αίμα
τα χέρια σταυρωτά ψηλά στο στήθος
και μ’ ένα χαμόγελο και μ’ ένα πράσινο κλωνί στο στόμα
ενώ οι πέντε γερμανοί αδύναμοι μπροστά της
χαιρετούσανε σε στάση προσοχής.

(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική από κομμάτια γνήσιο ουρανό. Ας μη το κρύβουμε διψάμε για ΟΥΡΑΝΟ)

Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

Παυλίνα Παμπούδη, Πρόσφυγας της Τετάρτης προς την Πέμπτη

Είμαι καλά.
Σε χαμένη αποστολή.
Συνεχίζω να στέλνω αυτά τα λακωνικά καρτ ποστάλ.
Τα τοπία, οπωσδήποτε, τα ’χετε κάπου ξαναδεί.
Σ’ άλλη διάταξη.
Δεν επισημαίνουν τη θέση μου.
Δε σημαίνουν τίποτα.
Όλο και πιο αφηρημένα.
Μέχρι να διακοπεί κι αυτή η ύποπτη, υποτυπώδης επικοινωνία.

Όμως σπρώχνω ακόμα να σωθώ καθώς
Ανάμεσα τοπίο και υστερόγραφο
Ο αληθινός καιρός φυσά
Και σβήνει.

Κάποιος, πιο τρομαγμένος, ξέρω, αδιάκοπα
κρύβει σημάδια και μισά μηνύματα.

(Μια αρμαθιά Τιμαλφή Καρτ Ποστάλ ανάμεσα τοπίο και υστερόγραφο για ν’ ανοίξουμε την Πόρτα της Ποίησης…)
Στο μεταξύ,αισθάνομαι πως έχω κάποια χρησιμότητα.
Καθώς και μια μελαγχολία αδιάβροχου.

Θα βρέξει, πιθανόν για πάντα.
Σαλεύει η πόλη κάτω απ’ τα κουρέλια.
Θα ψηλώσουν οι τοίχοι, θα πρασινίσουν
Τα νομίσματα. Θα βρέξει….

Φθαρμένη μέρα τρύπια με βροχή
Τυφλά ντουλάπια
Ασώματα ρούχα.
Δεν πάνε πουθενά
Τα πόδια της καρέκλας, τα πόδια του τραπεζιού.
Κι η πόρτα με το τρίξιμο
Ανοίγει προς τα μέσα.
Να εννοώ το μάταιο και να μη φεύγω.
Εξάλλου, τίποτα δεν φεύγει. Μόνο,
Δήθεν, έξω από το μάτι μου η πόλη αλλάζει.
Εποχές, διαστάσεις, μήκος κύματος.
Κάθομαι άνεργα.
Μ’ όλα τα δάχτυλα αναμμένα.

Κάποτε νυχτώνει στ’ αλήθεια.
Απλώνει το μαύρο στις φλέβες. Τότε,
Για λίγο, από σφυγμό σε σφυγμό
Γράφονται και σβήνουν
Παλιοί στίχοι θαμποίΧωρίς λόγο, χωρίς λόγια πιαΣα μουσική στον καθρέφτη, σαν
Τεθλιμμένοι συγγενείς.

Ευτυχώς υπάρχουν οι άλλοι. Δηλαδή,
Τα παράσιτα στη σκέψη, οι παρεμβολές
Στην επικοινωνία, το τρίξιμο, το σφύριγμα
Τα μεγάλα κενά.
Να μην ακούγονται
Τα σήματα κινδύνου από τ’ αδιέξοδο
Στ’ αριστερό μισό του εγκεφάλου
Όταν με δεξιά κίνηση ευλογώ
Τις λέξεις και πληθύνονται.
(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική ετερόπτωτων λέξεων με τα χρώματα εξαίσιου ανάλαφρου ίλιγγου ΠΟΙΗΣΗΣ)

Σάββατο, 11 Απριλίου 2009

Νίκος Καρούζος, Παλίντονος Αρμονίη

Μοβ είναι το γκρίζο περιστέρι ολόγυρα
κι όνειρο πράσινο στο μικρό λαιμό του
ο έρωτας
όπου βασιλεύει μέσα στο νερό
πάντα ο έρωτας το καλό ταξίδι ανοίγοντας
ωσάν θαλάσσιο πανί στην κίτρινη αυτή νύχτα

(Συμπληγάδες libido και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής που ονειρεύονται τη χαρά στον άλλο δρόμο)
Δεν με τρομάζει κανένα σώμα έλεγες
όταν έρημη στο ρουμάνι των βλαστήσεων
έκλεινες τους χυμούς της πυρκαγιάς
που είναι τα στήθη σου.

Πώς να υποφέρουμε τις πράξεις μας
με το στεφάνι του πυρός ολόγυρα στο κεφάλι
σμήνος αγγέλων
και τον ποιητή βαθύν αέρα…

Έρωτα καταστρέφεις
αφαιρείς τη ψυχή από τα ουράνια
σχίζεις τα σωθικά
πώς να φανερώσω τη σκοτεινή σου προέλευση
έρωτα κέδρε με το άρωμα του φεύγοντος χρόνου…

(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική ετερόπτωτων λέξεων με τα χρώματα αυτού που τώρα θέλω να σου πω)

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2009

Οδυσσέας Ελύτης, Μα εμείς σήμερα θα καλπάσουμε προς τις κρυψώνες του ήλιου

Καλημέρα ποταμάκι μου, είμαι μονάχος
είμαστε και οι δυο μονάχοι μας
Τα κρύσταλλα ευωδιάσανε,
τώρα μας λείπει μόνο ένα καράβι
Ένα μαντίλι μόνο για να διαγνώσουμε το τέλος
Γιατί τόσους φακέλους έλαβα γεμάτους σύννεφα και θύελλες
Που διψώ ένα στόμα να μου πει: ουρανός
και να πλεύσουμε μαζί στο δέλτα των ελπίδων

(ΣΚΛΗΡΗ ρέμβη ονείρων μες στο γδυτό νερό της Ποίησης των Προσανατολισμών του Ελύτη)
Ω ποταμάκι ποταμάκι,
καλημέρα του ήλιου απάνθισμα της εξοχής
Κατά πού θαυμάζεται ο άνεμος
πες μου κατά πού ξεχύνονται οι κελαϊδισμοί
Ποια όχθη αρέσουν, σήμερα είμαι νέος
Είμαι καλός ως τις πηγές του γέλιου μου,
εκτοξεύω χίμαιρες
Ριπίδια δυσανάγνωστα, τεφτέρια κάτασπρα καμωμένα μ’ αγγέλους
Κι από κάθε αδιαφορία σέρνεται μια ξεσχισμένη ευχή…

… σήμερα είμαι νέος, αυτό μου αρκεί
Αυτό μου δίνει το αίμα μου πιο κόκκινο
ένα γράψιμο κόκκινο
Θα ’ρθουν πολλές γυναίκες να το μοιραστούν ώσπου να γίνουν διάφανες
Θα ’ρθουν πολλές ματαιότητες για να τις μοιραστούνε
Η εύθυμη φασαρία μοιάζει ατέλειωτη, σπίθες αγγίζουν τα μετέωρα μέτωπα
Σώμα ζωντανό, ύπαρξη, άνθρωπος.
(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική ετερόπτωτων λέξεων στο στήθος των βαθιών ΟΝΕΙΡΩΝ μας)

υστερόγραφοι μεταβατικοί στίχοι:
ΔΕΚΑΤΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά που γυμνώνει την επιθυμία ως το κόκαλο:

Κι όμως πρέπει να βρει ένα νόμισμα η ζωή

Αφού δεν είναι ο έρωτας, αφού δεν είναι ο έρωτας
Ο έρωτας ποιος είναι –
η ζωή μετριέται με σφυγμούς
η χαρά με απέλπιδες χειρονομίες
Μύλοι επάνω στις κορφές άσπρισαν τα ταξίδια τους
Η ζωή μετριέται με παλμούς, πάλλεται η λυμένη ζώνη της εσπέρας
Φεγγίζουν γοητείες στα μάκρη, μια βαρκούλα χάνεται ευχαριστημένηΚανένα κύμα δεν κρατάει στο στήθος του κακία